ΠΑΠΑΦΕΙΟ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ

papafeio.gr

papafeio.gr

Ιστορία του κτιρίου

Ιδρυτής του ορφανοτροφείου υπήρξε ο Ιωάννης Παπάφης, γιος εμπόρου από την Σμύρνη και εύπορος φιλάνθρωπος. Παρά την αρχική του πρόθεση να χτίσει ένα γηροκομείο, τελικά κατέληξε στην κατασκευή ενός ορφανοτροφείου. Στις 10 Οκτωβρίου 1884, με χειρόγραφη και ενυπόγραφη επιστολή εξουσιοδοτούσε τους γενικούς κληρονόμους του ό,τι είχε προορίσει για την ανέγερση του γηροκομείου να χορηγηθεί για την ανέγερση ορφανοτροφείου. Χρειάστηκαν 9 χρόνια με διαφωνίες, διαβουλεύσεις και αποφάσεις μέχρι να ξεκαθαρισθεί το Παπάφειο κληροδότημα και να προχωρήσει η αγορά του οικοπέδου, έκτασης 53.880 τετραγωνικών πήχεων τον Αύγουστο του 1893.

Με την καθοδήγηση του Μητροπολίτη, οι Εφορείες συνέχιζαν τις ενέργειες για το κτίσιμο του κτηρίου. Έτσι στις 5 Μαρτίου 1894 έγινε η κατακύρωση του διαγωνισμού για το πρώτο τμήμα των εργασιών που περιλάμβαναν και την τοιχοποιία του πρώτου πατώματος. Λίγες μέρες αργότερα, την Κυριακή 12 Μαρτίου 1895, έγινε από το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αθανάσιο η κατάθεση του θεμελίου λίθου του Ορφανοτροφείου που επονομάσθηκε “Ο Μελιτεύς” σύμφωνα με τη θέληση του ιδρυτού. Οι Θεσσαλονικείς όμως εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη τους προς το πρόσωπό του το ονόμασαν και Παπάφειο. Δύο ονομασίες που εναλλάσσονται μέχρι και σήμερα στην καθημερινή χρήση.

Ωστόσο, και ενώ η κατασκευή είχε φθάσει ήδη στον 1ο όροφο, ο Τούρκος Γενικός Διοικητής διέταξε την διακοπή των εργασιών και την μετακίνηση του ιδρύματος σε άλλο οικόπεδο. Οι Εφορείες ζήτησαν την παρέμβαση του Πατριαρχείου για την έκδοση φιρμανιού που θα επέτρεπε την αποπεράτωση του κτιρίου. Τελικά μετά από πολλά προβλήματα το κτίριο παραδόθηκε το 1903.

Λειτούργησε σαν Ορφανοτροφείο μέχρι το 1912 οπότε και επιτάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως νοσοκομείο. Το 1914 επιτάχθηκε για δεύτερη φορά και χρησιμοποιήθηκε σαν στρατώνας. Τον Απρίλιο του 1916 οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές ζήτησαν να μισθώσουν το κτίριο του Παπαφείου. Οι διαπραγματεύσεις για το μίσθωμα ήταν σκληρές και οι Βρετανοί  κατέβαλαν ένα μεγάλο μέρος του μισθώματος υπό τη μορφή δωρεάς προς τα ορφανά

Οι τρόφιμοι παρέμειναν στη μονή της Αγίας Αναστασίας ως το Σεπτέμβριο του 1915. Μετά δίμηνη προσωρινή εγκατάσταση στο Θεαγένειο Νοσοκομείο, μεταφέρθηκαν στο “εν τη συνοικία Αγίας Τριάδος κατάστημα του Διδασκαλείου Αρρένων” όπου και έμειναν ως τον Απρίλιο του 1916. Στη συνέχεια, ως κοιτώνες μισθώθηκαν τα ακίνητα Καραγιάννη και Νακοπούλου, στην περιοχή Καραγάτσια (ενορία Αναλήψεως), και ως σχολείο και εργαστήρια η οικία των κληρονόμων Νικολάου Χατζηλαζάρου στην ίδια περιοχή. Στο τελευταίο αυτό σπίτι ανεγέρθηκαν παραπήγματα για τη λειτουργία του ξυλουργείου. Οι συνεχείς μετακινήσεις και οι ένεκα του πολέμου διατροφικές δυσχέρειες δημιούργησαν υγειονομικά προβλήματα στους τροφίμους. Τα ορφανά εγκαταστάθηκαν και πάλι στο κτίριο του Παπαφείου το Μάιο του 1919. Οι ζημιές στο κτίριο ήταν πολλές και οι Βρετανοί δε συνέβαλαν οικονομικά στην πλήρη αποκατάσταση τους. Το κύριο πρόβλημα ήταν το οικονομικό, αφού πλέον τα τακτικά έσοδα δεν κάλυπταν ούτε το ένα τρίτο των δαπανών. Η διοίκηση του Ορφανοτροφείου προσπάθησε έπειτα να εκμισθώσει τμήμα του κτιρίου στο Υπουργείο Παιδείας, για να χρησιμοποιηθεί ως διδασκαλείο, συμμετείχε μάλιστα και σε σχετική δημοπρασία, αλλά ατυχώς η προτεινόμενη πτέρυγα επιτάχθηκε για να εγκατασταθεί στρατιωτικό νοσοκομείο. Το κτίριο του Παπαφείου έμεινε ανεπίτακτο μόνο στο διάστημα Ιουνίου 1922 – Απριλίου 1923, οπότε και επιτάχθηκε ξανά από τις στρατιωτικές υγειονομικές αρχές, και το Ορφανοτροφείο περιορίσθηκε σε μία πτέρυγα του ισογείου ως τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Μόνο τότε, έπειτα από πολύ καιρό, το Ορφανοτροφείο εγκαταστάθηκε κανονικά στο οίκημα του. Οι τρόφιμοι αυξήθηκαν στους 130 (από τους οποίους οι 70 μάθαιναν ξυλουργική και οι 41 ραπτική). Οι δωρεές των αγοραστών ακινήτων του β’ τομέα ενίσχυσαν τα οικονομικά του, ταυτόχρονα με την αύξηση της δημοτικής επιχορήγησης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το Ορφανοτροφείο βαδίζει σταδιακά σε ένα δρόμο που κανείς πριν από λίγα χρόνια δε θα φανταζόταν. Επί μία τριετία δεν εισάγονται νέοι τρόφιμοι στο Ίδρυμα για λόγους οικονομιών. Τα ορφανά είναι μόλις 70 στα 1935, και οι μικρές τάξεις του δημοτικού σχολείου δε λειτουργούν. Το προσωπικό περιορίζεται, και τα εργαστήρια εκμισθώνονται σε τρίτους. Παρόλες τις περικοπές, το κληροδότημα καλύπτει μόλις τις μισές δαπάνες και το υπόλοιπο συμπληρώνεται από το Δήμο. Το 1936 η διοίκηση αλλάζει και η νέα διοίκηση πετυχαίνει να λάβει κρατική επιχορήγηση. Το ίδρυμα αποκαλείται πλέον Εθνικό Παπάφειο Ορφανοτροφείο Μελιτεύς. Στις 15.10.1936 το Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης παθαίνει σοβαρές ζημίες από πυρκαγιά, και οι ασθενείς φιλοξενούνται για ένα χρόνο σε πτέρυγα του Παπαφείου. Οι τρόφιμοι του τελευταίου φτάνουν τους 180. Διαθέτουν πλέον λουτήρες με ζεστό νερό και, χάρη στη δωρεά της οικογένειας Μοσκώφ, ένα ραδιόφωνο που ίσως αλλάζει το κλίμα του Ορφανοτροφείου. Τα δύο τελευταία προπολεμικά χρόνια ο αριθμός των τροφίμων ξεπερνά τους 250. Η κρατική παρέμβαση γίνεται ολοένα και πιο έντονη.Από το 1939 δημιουργείται στο Ορφανοτροφείο παράρτημα των σχολών “Ευκλείδης”. Με την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το κτίριο του Παπαφείου επιτάχθηκε από τις στρατιωτικές υγειονομικές αρχές.

Αρχιτεκτονική του κτιρίου

Σχεδιάστηκε από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη.

Το κτίριο του Παπαφείου Ορφανοτροφείου διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: ισόγειο και δύο ορόφους. Η κάτοψη διαμορφώνεται σε σχήμα Ε, όπου δίνονται συμβολικές προεκτάσεις σύνδεσης με το όραμα της Ελεύθερης Ελλάδας, ενώ δεν λείπουν βέβαια επιδράσεις από παρόμοια τυπολογία κτιρίων της Ευρώπης.

Η κάτοψη ακολουθεί αυστηρό κάνναβο και άξονες συμμετρίας, οι οποίοι απαντούνται και στην οργάνωση των όψεων, όπου βρίσκει εφαρμογή το τρίπτυχο: βάση-κορμός-στέψη.

Το στατικό σύστημα, σύμφωνα με ανάλογες κατασκευές κτιρίων της ίδιας εποχής και του ίδιου αρχιτέκτονα, αφού εκτενέστερη μελέτη σε αυτή την πρώτη φάση της μελέτης ήταν αδύνατη, εικάζεται οτι είναι αυτό της φέρουσας τοιχοποιίας με θεμελίωση που εδράζεται πάνω σε κάνναβο από διασταυρωμένα σενάζ.

Η φέρουσα τοιχοποιία φέρει σιδηροδοκούς μορφής διπλού Τ σε τακτά διαστήματα και με άξονες που διαφέρουν στις πτέρυγες. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται καμαρόκτιστη κατασκευή από τούβλο και συνδετικό υλικό και πάνω τους εδράζεται κεραμικό ή μαρμάρινο δάπεδο.

Η κατασκευή διαφέρει στο κεντρικό τμήμα του κτιρίου  (όπου και ο άξονας συμμετρίας) όπου εμφανίζεται φατνωματική κατασκευή.

  • Στο ισόγειο τοποθετούνται: τραπεζαρία, εντευκτήριο, χώρος αναψυχής, εργαστήριο ραφείου και αποθήκες ιματισμού, κοιτώνες υπηρετικού προσωπικού
  • Στον α΄ όροφο: αίθουσες διδασκαλίας, γραφεία διδακτικού προσωπικού. Στον α΄ όροφο, το γραφείο του διευθυντή έχει μετατραπεί σε μουσείο-μνήμη προς το βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που πέθανε εκεί.
  • Στο β΄ όροφο βρίσκονται οι κοιτώνες των παιδιών και στο κέντρο η αίθουσα των τελετών.

Στο ισόγειο, όπου αναπτύσσονται οι χώροι έντονης καταπόνησης τα δάπεδα αποτελούνται αποκλειστικά από γαρμπιλομωσαϊκό, ενώ στους ορόφους απαντώνται και μαρμάρινα δάπεδα με διακοσμητικά μοτίβα κυρίως στους χώρους κύριας κυκλοφορίας.

Χαρακτηριστική είναι η οργάνωση των όψεων σε τρεις οριζόντιες ζώνες ακολουθώντας τη βασική αρχή του κλασικισμού: βάση, κορμός, επίστεψη. Η διαίρεση αυτή επιτυγχάνεται με τις συνεχείς σειρές των ανοιγμάτων, τις οριζόντιες διακοσμητικές ταινίες καθώς και το γείσο επίστεψης του κτιρίου.

Στην πρόσοψη, το κεντρικό τμήμα προεξέχει ελαφρά με τη δημιουργία πρόπυλου, που οδηγεί στη μνημειώδη είσοδο του ιδρύματος, μέσω της τριπλής μαρμάρινης σκάλας.

Τα δύο άκρα της πρόσοψης προεξέχουν επίσης, οργάνωση που εφαρμόζεται και σε άλλα δημόσια κτίρια της εποχής (Γ΄ Σώμα Στρατού, Νοσοκομείο Αγ. Δημήτριος…).

Η επί μέρους μορφολογική επένδυση των όψεων θυμίζει αναγεννησιακά πρότυπα.

Τα ανοίγματα είναι δύο τύπων: ορθογώνια και τοξωτά ημικυκλικά. Φέρουν δε κουφώματα διπλά ανοιγόμενα με φεγγίτη, χωρίς παντζουρόφυλλα. Ο τύπος των κουφωμάτων ομαδοποιείται είτε κατά ζώνες όσον αφορά τους ορόφους, είτε κατά τμήματα όσον αφορά τις ¨κεραίες¨ του κτιρίου. Συνέπεια στα ορθογώνια ανοίγματα απαντάται στο ισόγειο όπου και εμφανίζονται προστατευτικά σιδερένια κιγκλιδώματα με διακοσμητικά μοτίβα. Τετράγωνα ανοίγματα εμφανίζονται αποκλειστικά στους φεγγίτες της υπερυψωμένης αίθουσας τελετών, στο β΄ όροφο.

Εκεί έχει κατασκευαστεί και ο ένας από τους δύο εξώστες του κτιρίου, ως επίστεψη του πρόπυλου της κυρίας εισόδου και φέρει μαρμάρινο κιγκλίδωμα. Ο δεύτερος εξώστης, συναντάται στο ύψος του πλατύσκαλου του κύριου κλιμακοστάσιου, στην πλευρά της εσωτερικής πλατείας που διαμορφώνει το κτίριο, με κιγκλίδωμα σιδερένιο με έντονη διακόσμηση.

Στο εσωτερικό, ενδιαφέρον παρουσιάζει η οργάνωση του χώρου της εισόδου που φαίνεται να προεκτείνεται στο χώρο του κλιμακοστασίου μέσα από τις δύο κιονοστοιχίες που αποτελούν επανάληψη της κιονοστοιχίας του πρόπυλου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αίθουσα των τελετών του β΄ ορόφου, όπου εντυπωσιάζει το ύψος που καλύπτει δύο ορόφους.

Ειδικά η κύρια είσοδος στο κτίριο, μέσω του α΄ ορόφου, εξασφαλίζεται μέσω των τριών επάλληλων ανοιγμάτων με τα διπλά ανοιγόμενα πορτόφυλλα με τους ημικυκλικούς φεγγίτες. Οι πόρτες είναι ξύλινες ταμπλαδωτές με ανάγλυφα μοτίβα στους ταμπλάδες και ανοιγόμενα παράθυρα πάνω από αυτούς με προστατευτικά σιδερένια κιγκλιδώματα.

Ίδιου τύπου είναι και η δευτερεύουσα είσοδος που οδηγεί -σε συνέχεια της κύριας εισόδου- στο πίσω μέρος του κτιρίου, στην εσωτερική αυλή, μόνο που αυτή είναι απλά, διπλή ανοιγόμενη με ορθογώνιο φεγγίτη.

Οι υπόλοιπες προσβάσεις στο κτίριο στο επίπεδο του ισογείου, όπως και αυτή που βρίσκεται στο τμήμα κάτω από τη μνημειώδη σκάλα της κυρίας εισόδου, εξασφαλίζονται μέσω κοινών ταμπλαδωτών φύλλων μονών ή διπλών ανοιγόμενων.

Διπλά ανοιγόμενα ταμπλαδωτά φύλλα με φεγγίτες χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό του κτιρίου με μόνη διαφοροποίηση στα πετάσματα που απομονώνουν τις πτέρυγες στον α΄ και β΄ όροφο όπου οι φεγγίτες φέρουν διακόσμηση.

Η πρόσβαση στους ορόφους εξασφαλίζεται είτε με το κυρίως κλιμακοστάσιο στο χώρο της κυρίας εισόδου, είτε με τα βοηθητικά κλιμακοστάσια στο πέρας των δύο πτερύγων. Αυτά είναι μαρμάρινα και φέρουν κιγκλιδώματα σιδερένια με διακόσμηση.

Η στέγαση του κτιρίου πραγματοποιείται με την εγκιβωτισμένη δίριχτη στέγη που ¨τρέχει¨ κατά μήκος των πτερύγων ενώ διακόπτεται στο κεντρικό υπερυψωμένο τμήμα του κτιρίου καθώς και στις ¨αρθρώσεις¨ και τις απολήξεις τους. Εκεί διαμορφώνεται τετράριχτη εγκιβωτισμένη κεραμοσκεπή.

Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Παπάφειο ϊδρυμα

Παλιές φωτογραφίες κτιρίου: facebook group Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης

This slideshow requires JavaScript.

This slideshow requires JavaScript.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s