ΒΙΛΑ ΜΠΙΑΝΚΑ (Casa Bianca)

Ιστορία του κτιρίου

Χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. κατα παραγγελία του Ιταλοεβραίου βιομήχανου και εμπορικού αντιπρόσωπου Ντίνο Φερνάντεζ Ντίαζ. Η πολυτελής αυτή έπαυλη φέρεται να χτίστηκε τη διετία 1911-1913. Ο Ιταλός αρχιτέκτονας Πιέρρο Αρριγκόνι πρέπει να είχε ολοκληρώσει την αρχιτεκτονική μελέτη το 1911, την περίοδο εκείνη όμως αναγκάστηκε, λόγω του ιταλοτουρκικού πολέμου, να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη. Κατά την απουσία του η κατασκευή της έπαυλης συνεχίστηκε από το συνεργείο του Ντεμπρελή Τζώρτζη Σιαγά ο οποίος, μαζί με τον πατέρα του Γιάννη, ολοκλήρωσε το κτίριο το 1913.

Πήρε το όνομα της από την σύζυγο του Dino Fernandez καθώς αποτελούσε το γαμήλιο δώρο του προς εκείνην και σημαδεύτηκε από έναν μεγάλο έρωτα. Η κόρη του Dino, Aline ερωτεύτηκε τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού Σπύρο Αλιμπέρτη. Καθώς ο Αλιμπέρτης ήταν Καθολικός για να παντρευτεί την κόρη του Dino Fernandez θα έπρεπε και εκείνη να βαπτιστεί Καθολική γεγονός που έβρισκε αντίθετη όλη της την οικογένεια. Έτσι οι δύο νέοι αποφάσισαν να φύγουν μαζί από τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Αθήνα όπου αφού βαπτίστηκε χριστιανή η Aline τελέστηκε ο γάμος τους. Λίγο αργότερα αφού αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις του ζευγαριού με την οικογένεια του Dino Fernandez ο Σπύρος Αλιμπέρτης και η σύζυγός του επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκαν στην Κάζα Μπιάνκα.

Το 1941 η Κάζα Μπιάνκα επιτάχθηκε και ο όροφος του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του Ιταλού προξένου ενώ το ζεύγος Αλιμπέρτη συνέχισε να κατοικεί στο ισόγειο. Αργότερα η έπαυλη πέρασε στους Γερμανούς. Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί των Εβραίων το ζεύγος Αλιμπέρτη αναγκάστηκε να κρυφτεί ενώ ο Dino Fernandez  μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας του και με μέλη άλλων εβραϊκών οικογενειών της Θεσσαλονίκης διέφυγε στην Ιταλία. 

Για μερικά χρόνια τη δεκαετία του εξήντα, στον όροφο της έπαυλης λειτούργησε νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο ενώ το ζεύγος Αλιμπέρτη συνέχιζε να διαμένει στο ισόγειο. Το 1965 η έπαυλη αγοράστηκε από τους Ν. και Γ.Τριάρχου και τους Σουζάνα και Σολομών Μαλλάχ.

Το 1976 ολοκληρώθηκε η διαδικασία χαρακτηρισμού από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Κάζα Μπιάνκα ως έργο τέχνης. Στο μεταξύ όμως είχαν ξεκινήσει παράνομες ενέργειες, που συνεχίστηκαν και αργότερα, όπως η αφαίρεση των πατωμάτων του κτιρίου, των ξυλόγλυπτων πορτών, κουφωμάτων κ.α. και κυρίως των δοκαριών που οδήγησε στην κατάρρευση των ορόφων και του κεντρικού τμήματος της στέγης του κτιρίου. Ο σεισμός πάντως της Θεσ/νίκης το 1978 δεν προκάλεσε ζημιές στο κτίριο. Τρεις φορές το 1977, το 1981 και το 1983 έγιναν αιτήσεις αποχαρακτηρισμού του κτιρίου αλλά οι αντίστοιχες αποφάσεις ήταν αρνητικές. Τελικά το 1993 συντάχτηκε μελέτη αποκατάστασης του κτιρίου από ομάδα αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών με επικεφαλής τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο και οι εργασίες αναστήλωσης έγιναν την τριετία 1994-1997. Σήμερα (2013) στην Κάζα Μπιάνκα στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης

Αρχιτεκτονική του κτιρίου

Αποτελεί δείγμα αρχιτεκτονικής του εκλεκτικισμού και συνδυάζει στοιχεία art nouveau, μπαρόκ, Αναγέννησης ακολουθώντας τα αρχιτεκτονικά ρεύματα της εποχής στην Κεντρική Ευρώπη. Αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την τάση των αστών της πόλης για εξωστρέφεια κατά τις αρχές του 20ου αιώνα.

Αποτελείται από ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, έναν όροφο και ένα δεύτερο όροφο –σοφίτα (mansarde). Όταν στην έπαυλη έμενε η οικογένεια του Ντίνο Φερναντεζ και στη συνέχεια το ζεύγος Αλιμπέρτη στο ημιυπόγειο ήταν τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού και άλλοι βοηθητικοί χώροι, στο ισόγειο ήταν δύο υπνοδωμάτια, το γραφείο, ένα σαλόνι, η τραπεζαρία, το μαγειρείο, ένα λουτρό και βοηθητικοί χώροι, στον πρώτο όροφο υπήρχαν κυρίως υπνοδωμάτια και χώροι που χρησιμοποιούνταν από το υπηρετικό προσωπικό (οι οποίοι διαμορφώθηκαν ανάλογα όταν τη δεκαετία του εξήντα λειτούργησε στον πρώτο όροφο της έπαυλης δημοτικό και νηπιαγωγείο) και στο δεύτερο όροφο –σοφίτα (mansarde) υπήρχαν δωμάτια στα οποία έπαιζαν τα παιδιά, η βιβλιοθήκη και χώροι που επίσης χρησιμοποιούνταν από το υπηρετικό προσωπικό.

Η κεντρική είσοδος της έπαυλης, στην οποία οδηγεί ένα μαρμάρινο μπαρόκ κλιμακοστάσιο, βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κτιρίου. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει δευτερεύουσα είσοδος. Στην ανατολική και στη δυτική πλευρά υπάρχουν βεράντες, ημιυπαίθριοι και στεγασμένοι εξώστες και μπαλκόνια.

This slideshow requires JavaScript.

 

This slideshow requires JavaScript.

Πηγή κειμένου: Wikipedia

Φωτογραφίες: Χρύσα Φραγκούδη

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s